- μηλοβοτήρ
- μηλο-βοτήρ, ῆρος: shepherd, pl., Il. 18.529†.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
μηλοβοτήρ — μηλοβοτήρ, ῆρος, ὁ (Α) βοσκός προβάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < μῆλον (II) «πρόβατο» + βοτήρ (< θ. βο τού βόσκω), πρβλ. ληι βοτήρ] … Dictionary of Greek
μηλοβοτήρ — shepherd masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μηλοβοτῆρα — μηλοβοτήρ shepherd masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μηλοβοτῆρας — μηλοβοτήρ shepherd masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μηλοβοτῆρες — μηλοβοτήρ shepherd masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μηλοβοτῆρι — μηλοβοτήρ shepherd masc dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μηλοβοτῆρος — μηλοβοτήρ shepherd masc gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μηλοβοτήρων — μηλοβοτήρ shepherd masc gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βοτήρ — βοτήρ, ο (AM) (Μ θηλ. βότειρα, η) ο βοσκός αρχ. φρ. 1. «οἰωνῶν βοτήρ» οιωνοσκόπος 2. «κύων βοτήρ» ποιμενικός σκύλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) βο , βόσκω. Το θηλ. βότειρα μαρτυρείται στον Ευστ. ως προσωνυμία της Δήμητρας, ενώ το βότειρα εμφανίζεται σε… … Dictionary of Greek